ἐπίκειμαι

ἐπίκειμαι
ἐπί-κειμαι, darauf, darüber gesetzt sein, liegen; ϑύραι δ' ἐπέκειντο φαειναί, Türen waren davor u. verschlossen; ϑύραι γλώσσῃ ἐπίκεινται , Türen hemmen gleichsam die Zunge; ὀφϑαλμὸς μετώπῳ, befindet sich an der Stirn; νῆσοι ἐπικείμεναι τῇ Θρηΐκῃ, die dabei liegen; auch übertr., ἐπικείμενα σκώμματα, nahe liegende Scherze; ἐπικείσεται ἀνάγκη, Zwang wird darauf lasten, wird obwalten; οἷς ἐπέκειτο φροντίζειν, denen oblag; κἀπικείσομαι βαρύς, ich werde hart bedrängen; feindlich zusetzen; mit Bitten zusetzen. Von Strafen: darauf gesetzt sein, darauf haften; τηλικούτων ἐπικειμένων τῷ μοιχεύοντι κακῶν, erwarten, drohen. Τοῖς πράγμασι τὰ ὀνόματα ἐπίκειται, der Name ist den Dingen beigelegt. Passivisch: anhaben, auf sich liegen haben; ἐπικείμενον κάρα κυνέας, mit einem Helme auf dem Haupte; ἡ πρύμνα χρυσοῠν χηνίσκον ἐπικειμένη, damit versehen; ϑεράποντος ἐπικείμενον πρόςωπον, mit der Maske; ἐπικείμενος κίνδυνον, einer Gefahr ausgesetzt

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἐπίκειμαι — to be laid upon pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίκειμαι — (AM ἐπίκειμαι) [κείμαι] 1. είμαι τοποθετημένος, βρίσκομαι πάνω σε κάτι («ἐπίκειται σῇ κεφαλῇ στέφανος», Θεόγν.) 2. (για κακό) βρίσκομαι κοντά, είμαι προσεχής, πλησιάζω, επικρέμαμαι (α. «τόν τε ἐπικείμενον κίνδυνον», Ηρωδιαν. β) «επίκειται πόλεμος …   Dictionary of Greek

  • επίκειμαι — (μόνο στο γ εν. και πληθ. πρόσωπο ενεστ. και πρτ. και μτχ. επικείμενος) 1. έχω τεθεί πάνω σε κάτι, βρίσκομαι πάνω σε κάτι: Τα επικείμενα στα υποκείμενα (νομικός κανόνας, που δηλώνει ότι ο ιδιοκτήτης εδάφους είναι κύριος και των κτισμάτων, δέντρων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπικειμένων — ἐπίκειμαι to be laid upon perf part mp fem gen pl ἐπίκειμαι to be laid upon perf part mp masc/neut gen pl ἐπίκειμαι to be laid upon pres part mp fem gen pl ἐπίκειμαι to be laid upon pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικείμενον — ἐπίκειμαι to be laid upon perf part mp masc acc sg ἐπίκειμαι to be laid upon perf part mp neut nom/voc/acc sg ἐπίκειμαι to be laid upon pres part mp masc acc sg ἐπίκειμαι to be laid upon pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίκεισθε — ἐπίκειμαι to be laid upon pres imperat mp 2nd pl ἐπίκειμαι to be laid upon pres ind mp 2nd pl ἐπίκειμαι to be laid upon imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικειμέναις — ἐπίκειμαι to be laid upon perf part mp fem dat pl ἐπίκειμαι to be laid upon pres part mp fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικειμένη — ἐπίκειμαι to be laid upon perf part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἐπίκειμαι to be laid upon pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικειμένην — ἐπίκειμαι to be laid upon perf part mp fem acc sg (attic epic ionic) ἐπίκειμαι to be laid upon pres part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικειμένης — ἐπίκειμαι to be laid upon perf part mp fem gen sg (attic epic ionic) ἐπίκειμαι to be laid upon pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικειμένοις — ἐπίκειμαι to be laid upon perf part mp masc/neut dat pl ἐπίκειμαι to be laid upon pres part mp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”